Ανδρέας Στάικος: Χάρη στην εξαίρετη ηθοποιό και παλαιά φίλη, Ναταλία Καποδίστρια έρχομαι στην Κέρκυρα με τις καλύτερες δυνατές αναμνήσεις. Η Ναταλία σκηνοθέτησε αριστοτεχνικά δύο έργα μου στην Κέρκυρα, τον «Καπνοκράτορα» και τις «Ακόλαστες Εσπερίδες». Επίσης, πριν γνωρίσω την Κέρκυρα, την αγάπησα γράφοντας ο έργο «Η αυλαία πέφτει» (Εθνικό θέατρο, 1999). Ένα έργο ιστορικό που διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στην Κέρκυρα. Είναι ένας τόπος εμπνευσμένος.
Ο τίτλος του νέου σας έργου είναι «Η Λέλα και η Λέλα». Για ποιο λόγο γίνεται η διπλή επανάληψη του ονόματος; Αφορά δύο πρόσωπα;
Ανδρέας Στάικος: «Η Λέλα και η Λέλα», όπως και οποιοδήποτε γυναικείο πρόσωπο στα έργα μου, είναι η μία και μοναδική γυναίκα, η ιδεατή γυναίκα, η γυναίκα των καλών και των κακών ονείρων. Αν η Λέλα ήταν νόμισμα, θα ήταν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
https://www.corfuland.gr/el/diafora/h-lela-kai-i-lela-o-skinothetis-andreas-staikos-kai-oi-protagonistries-miloyn-gia-ti-parastasi-sto-corfuland.html#sigProId31c271a764
Πείτε μας λίγα λόγια για την ταυτότητα των προσώπων. Συγκλίνουν, αποκλίνουν, ταυτίζονται;
Ανδρέας Στάικος: Τα πρόσωπα των έργων μου, δηλαδή οι ηθοποιοί με τους οποίους συνεργάζομαι, βρίσκονται σε μια διαδικασία διαρκούς μεταμόρφωσης, θεατροποιούν τη ζωή τους. Στην σκηνική πράξη, σημαίνει ότι βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας, με όλες τις μεταπτώσεις αυτής της αναζήτησης: αποκλίσεις από την πραγματικότητα, συγκλίσεις, ταυτίσεις κ.λπ. Τα πρόσωπα παραδέχονται τα όριά τους, τις περιορισμένες δυνατότητές τους και μέσω του θεάτρου απελευθερώνονται έστω για δυο ώρες, όσο κρατάει μια παράσταση, για να εκπληρώσουν τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις τους, να επεκτείνουν τη ζωή τους στα απρόσιτα μονοπάτια της φαντασίας τους.
Η γλώσσα του έργου πλησιάζει το θέατρο του παραλόγου, όπως συνήθως κάνετε, ή είναι ένα πιο ρεαλιστικό έργο; Και πού θα το κατατάσσατε, εάν κατατάσσεται.
Ανδρέας Στάικος: Η δραματουργία μου είναι αδέσποτη. Δεν μπορώ να την κατατάξω σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Οι πλοκές, οι χαρακτήρες, η εξέλιξη, οι ανατροπές, όλα τα στοιχεία που συναποτελούν την τέχνη του θεάτρου, για μένα οφείλουν να υπηρετήσουν τη γλώσσα. Η δράση, είτε δραματική είτε κωμική, παράγεται από τη γλώσσα και όχι από τις καταστάσεις ή τις συγκυρίες.
https://www.corfuland.gr/el/diafora/h-lela-kai-i-lela-o-skinothetis-andreas-staikos-kai-oi-protagonistries-miloyn-gia-ti-parastasi-sto-corfuland.html#sigProId7c4aadaf1c
Πώς θα σχολιάζατε ένα θεατρικό κείμενο “κομμένο” και “ραμμένο” πάνω σε δύο ηθοποιούς; Τι έχετε να πείτε για τους χαρακτήρες που έχετε κληθεί να υποδυθείτε;
Ελένη: Είναι πάρα πολύ απαιτητικό, έχει πολύ συγκεκριμένους μηχανισμούς και είναι τελείως διαφορετικό από μία παράσταση συνόλου ή έναν μονόλογο. Το ντουέτο έχει κάποιους κανόνες, απαιτεί τεράστια αφοσίωση, μελέτη και σύμπνοια του ενός για τον άλλον, είναι πολύ δύσκολο.
Εμμανουέλα: Στην ουσία το καλό ντουέτο έχει τέτοια σύμπνοια, που τα δύο άτομα είναι σαν ένα, ένας μονόλογος δηλαδή διαιρεμένος σε διάλογο. Είναι αυτό που λέει ο Κολτές: «Κάθε διάλογος είναι επιθυμία για μονόλογο». Στην ουσία αναφέρεται στην ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με τον άλλον γιατί θέλει να του πει αυτό που έχει μέσα του. Αυτό ομολογώ ότι στάθηκε αφορμή και για μένα να σκεφτώ ότι ο διακαής πόθος κάθε συγγραφέα είναι να έχει τον ιδανικό του αναγνώστη, την ιδανική του μούσα, που συνομιλεί αενάως μαζί της. Για αυτό και η μία «Λέλα» είναι η ιδανική φαντασιακή εικόνα της άλλης.
Ελένη: Πράγματι, είναι συμπληρωματικές, η μία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την άλλη, αυτό είναι άλλωστε και η βάση του θεάτρου. Ειδικά η «Λέλα» της Εμμανουέλας γεννιέται τη στιγμή που ανεβαίνει στη σκηνή – αν θεωρήσουμε ότι η δική μου προϋπάρχει επειδή τη δόμησα. Οι θεατές έχουν την ευκαιρία να δουν πώς «μαγειρεύει» ένας συγγραφέας τον ρόλο, ο Ανδρέας τον «χτίζει» μέσα στη μία ώρα και δέκα λεπτά που διαρκεί η παράσταση.
https://www.corfuland.gr/el/diafora/h-lela-kai-i-lela-o-skinothetis-andreas-staikos-kai-oi-protagonistries-miloyn-gia-ti-parastasi-sto-corfuland.html#sigProId622768cb88
Ποια είναι τα ζητήματα τελικά με τα οποία καταπιάνεται το έργο του Στάικου;
Ελένη: Αυτό είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Νομίζω ότι το συγκεκριμένο έργο είναι τόσο πολυεπίπεδο. Μπορεί κάποιος να το δει σαν μία ιστορία παρατακτική, που έχει την εξέλιξή της και να αντλήσει από αυτήν ό,τι βλέπει μπροστά του. Μπορεί όμως κάποιος να το δει και σαν ένα κείμενο εντελώς υπαρξιακό και συμβολικό ή ακόμα και ρεαλιστικό. Έχει “αγγίξει” τόσες πολλές περιοχές, που πραγματικά δυσκολεύομαι να το χαρακτηρίσω. Αισθάνομαι ότι άθελά μου θα το περιορίσω, κάτι που ο ίδιος ο συγγραφέας θέλει να αφήσει πάρα πολύ ανοιχτό.
Εμμανουέλα: Ως προς τη θεματική εγώ θα το χαρακτήριζα ως οι «αιώνιες ψευδαισθήσεις». Αλλά όχι με την έννοια την αρνητική, των εκτός τόπου και χρόνου ψευδαισθήσεων, αλλά αυτών που έχουμε όλοι οι άνθρωποι ότι η ζωή είναι γεμάτη απολαύσεις και ατελείωτη ραστώνη, όπως αναφέρεται μέσα στο κείμενο. Να υπάρχεις και να απολαμβάνεις στον αιώνα τον άπαντα, που κάτι τέτοιο φυσικά δεν υφίσταται στην πραγματικότητα. Από την άλλη όμως αυτό είναι το θέατρο: μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε περισσότερο από όλες τις άλλες τέχνες. Αυτό το έργο λοιπόν θα έλεγα ότι συγκεντρώνει όλη την ουσία του θεάτρου.
![]()
Ένα θεατρικό παιχνίδι ρόλων, ταυτότητας και φαντασίας ζωντανεύει πάνω στη σκηνή μέσα από δύο πρόσωπα που καθρεφτίζουν το ένα το άλλο. Το κοινό της Κέρκυρας θα έχει την ευκαιρία να το ανακαλύψει στο Studio του Δημοτικού Θεάτρου στις 14 και 15 Μαρτίου.






Εμφανίσεις:



